Οι πρώτες ειδήσεις για τις φωτιές με βρήκαν νωρίς το πρωί. Ξεκίνησα τη μέρα μου κανονικά, όπως όλοι όσοι βρίσκονταν μακριά από τα μέτωπα της πυρκαγιάς. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Να κάνουμε;
Η επιδείνωση της κατάστασης με βρήκε να επιστρέφω από τη δουλειά νωρίς το απόγευμα. Οι σπαρακτικές εικόνες από την Αγιά, το Μεταξοχώρι, τα Δερβενοχώρια αχνό φόντο σε συνηθισμένες οικογενειακές δραστηριότητες. Τι μπορούσα άλλωστε να κάνω; Εντυνα το μωρό για την απογευματινή μας βόλτα. Στην τηλεόραση μια μαυροντυμένη γιαγιά έλυνε ένα σκυλί από την αλυσίδα που είχε περασμένη στον λαιμό του: «Φύγε, φύγε κι εσύ», του φώναζε αγριεμένη. Για να σωθεί από τις φλόγες. Το σκυλί, λυτό, δεν έφευγε, την κοιτούσε.
Στο κολυμβητήριο είχαν παιδικό πάρτι. Τα μικρά τσαλαβουτούσαν στην πισίνα. Ενα τεράστιο μαύρο μανιτάρι υψώθηκε πίσω από την Πάρνηθα και σκοτείνιασε τον ουρανό. Ζάρωσε ο ήλιος, έγινε μια τόση δα πυρακτωμένη μπαλίτσα, πίσω από τους καπνούς. Τα παιδιά συνέχιζαν τις βουτιές κάτω από το μανιτάρι. Σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Βγήκε ο κλόουν και τα κεφτεδάκια. Χιόνιζε στάχτη.
Σ όλη τη διαδρομή προς το σπίτι ο ουρανός γινόταν όλο και πιο μαύρος, το απαίσιο μανιτάρι έπνιγε την Αττική. Σαν σε εφιάλτη, ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει και απλώς συνέχιζε να ζει: γυναίκες ψώνιζαν στα μαγαζιά, επαγγελματίες μιλούσαν στο κινητό, ένα κανάλι βράβευε το καλύτερο ποπ βίντεο της χρονιάς. Κι όλα αυτά κάτω από το μαύρο μανιτάρι και τον ετοιμοθάνατο ήλιο. Είχε κάτι το εντελώς αφύσικο αυτή η εικόνα, μια γεύση από ένα μέλλον που -Θεέ μου, συγχώρεσέ με-δεν θέλω να προλάβω να ζήσω...
Εκτός κι αν ήδη το ζω. Εκτός αν συνεχίζω μηχανικά την καθημερινότητά μου, γιατί ο νους μου δεν μπορεί να συλλάβει αυτό που συντελείται.
Τι άλλο μπορώ να κάνω; Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;